shadow

ΟΜΙΛΙΑ ΜΕΛΟΥΣ ΔΣ ΚΕΔΚΕ ΕΠΙΚΕΦΑΛΗΣ “ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ” ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΟΙΜΗΣΗ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΑΜΦΙΛΟΧΙΑΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΔΣ ΤΕΔΚ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

Νέο Ελληνικό Κράτος με Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση και Ισχυρούς Δήμους.

Ανεξαρτήτως της ιδεολογικοπολιτικής ή/και της επιστημονικής προσέγγισης που μπορεί να επιχειρήσει κανείς στη νέα δομή που θα αποκτήσει σε σύντομο χρονικό διάστημα το πολιτικοδιοικητικό μας σύστημα, τρία πράγματα είναι εντελώς αδιαμφισβήτητα.

Πρώτον ότι θα πρόκειται από τις σπουδαιότερες θεσμικές παρεμβάσεις από τη μετεπαναστατική συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους το 1821 και επέκεινα και λογικό είναι αυτός ο επανασυστατικός στόχος, να απογυμνώνει όλους τους μικροϋπολογισμούς, που παρεισφύουν σε κάθε αλλαγή.

Δεύτερον ότι αυτή η μεταβολή, είναι απολύτως απαραίτητη, όχι μόνο επειδή για να υπάρξουμε ως χώρα και ως διακριτή αναφομοίωτη εθνότητα στις νέες συνθήκες του παγκόσμιου ανταγωνισμού, πρέπει τουλάχιστον να πλησιάζουμε στα διοικητικά πρότυπα των ανεπτυγμένων κρατών, αλλά και επειδή η σύγχρονη κρατική μας αποτελεσματικότητα, μόνο ως το πιο σύντομο ανέκδοτο, μπορεί να χαρακτηριστεί και ευτυχώς έτσι έχει εντυπωθεί στην κοινή γνώμη.

Τρίτον ότι είναι τόσο ώριμα πλέον τα πράγματα, ώστε η επιθυμία του κόσμου για κάτι πιο φρέσκο και πιο αποδοτικό, να αποτελεί προωθητικό συγκριτικό πλεονέκτημα και να συγκεντρώνει το εγχείρημα, για πρώτη ίσως φορά, τόσο μεγάλη πολιτική, αλλά και κοινωνική συναίνεση.

Σήμερα κινούμαστε σε ένα απολύτως διαφορετικό περιβάλλον, ριζικού επαναπροσδιορισμού της διοικητικής, της οικονομικής, και της πολιτικής εξουσίας, ώστε αυτό το εγχείρημα να διακρίνεται εύκολα από την προ διετίας εξαγγελθείσα «διοικητική μεταρρύθμιση».

ΟΙ βασικές διαφορές είναι οι εξής:

Πρώτον, σήμερα εισάγονται νέοι κανόνες εκλογής για το σύνολο του πολιτικού δυναμικού της χώρας, που αφορούν τις τοπικές (Δήμαρχοι-Δημοτικοί Σύμβουλοι), τις περιφερειακές (Περιφερειάρχες-Περιφερειακοί Σύμβουλοι) και τις εθνικές εκλογές, με το νέο νόμο περί εκλογής των Κοινοβουλευτικών μας Εκπροσώπων.

Δεύτερον, ο δεύτερος βαθμός αυτοδιοίκησης, η Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση, δεν θα χειραγωγείται από έμμεσες εκλογές  περιορισμένης πολιτικής νομιμοποίησης, σε καμία θέση ευθύνης, ενώ αποκτά καθοριστικό ρόλο στο σχεδιασμό και στην εφαρμογή των περιφερειακών πολιτικών και στην περιφερειακή ανάπτυξη.

Τρίτον, οι πόροι του ΕΣΠΑ δεν παραμένουν στον Γενικό Διοικητή, εκπρόσωπο του αποσυγκεντρωμένου κεντρικού κράτους, αλλά αποτελούν την πρώτη μεγάλη οικονομική προίκα του νέου για τη χώρα μας θεσμού.

Τέταρτο, δεν πρόκειται για μια δεύτερη προσπάθεια απλής αριθμητικής συρρίκνωσης του αριθμού των υφισταμένων νομικών προσώπων των θεσμών αποκέντρωσης, αλλά για μια ραγδαία μεταφορά σημαντικών αρμοδιοτήτων και πόρων από τις καταργούμενες Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, τις σημερινές Κρατικές Περιφέρειες και ιδίως από το Κέντρο, προς τους νέους ισχυρούς Δήμους, ώστε το σύνολο της κρατικής μας υπόστασης να λειτουργεί με βάση τις αρχές τις εγγύτητας και τις επικουρικότητας, αρχές που εφαρμόζουν όλες οι ανεπτυγμένες οικονομίες και τα σύγχρονα μοντέλα κρατικής και κοινωνικής οργάνωσης και διοίκησης.

Τέταρτο, δεν περιορίζεται αυτή η προσπάθεια στην ελληνική περιφέρεια, αλλά αφορά το σύνολο της χώρας, ενώ ταυτόχρονα απαντά και στο ζήτημα αντιμετώπισης και των μητροπολιτικών αρμοδιοτήτων στα μεγάλα αστικά συγκροτήματα.

Πέμπτο, έχει σαφή προγράμματα οικονομικής υποστήριξης, με ποσοτική αναφορά και αναφορές προέλευσης.

Έκτο, συνοδεύεται από επόμενο νομοθέτημα αποκέντρωσης της φορολογικής εξουσίας, ενώ για πρώτη φορά εισάγει στο καλάθι των πόρων των Δήμων, το φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ) και προσδιορίζει επίσης εμφατικά την τοπικότητα του φόρου ακίνητης περιουσίας (ΦΑΠ), ικανοποιώντας αιτήματα δεκαετιών των συνεδρίων του συνόλου των αυτοδιοικητικών μας οργάνων. Δηλαδή των Δημοτικών Συμβουλίων, των ΤΕΔΚ και της ΚΕΔΚΕ.

Έβδομο, αυτή η νομοθετική πρωτοβουλία, γνωστή πλέον ως σχέδιο «Καλλικράτης», έχει μέγιστη πολιτική και κοινωνική νομιμοποίηση αφού αποτελεί βασικό προγραμματικό κείμενο της κυβέρνησης, προσφάτως κυρωθέν με υπερθετική, δια της ψήφου, λαϊκή ετυμηγορία, ενώ έχει την προσωπική εγγύηση τόσο του Πρωθυπουργού, όσο και του συνόλου των μελών του υπουργικού συμβουλίου.

Και αυτό τι σημαίνει; Ότι αυτό το συνέδριο έχει τελειώσει; Το αντίθετο.

Υπάρχουν θέματα στο κείμενο αρχών που αυτή η κυβέρνηση χωρίς να χρονοτριβεί έδωσε στη δημοσιότητα υιοθετώντας δικές μας θέσεις, τα οποία εμείς πρέπει να αναδείξουμε, να ενισχύσουμε, να βελτιώσουμε, να τροποποιήσουμε ή να αλλάξουμε, εισφέροντας έτσι με τις γνώσεις και τη ζώσα εμπειρία μας σε αυτόν τον διάλογο που δεν είναι προσχηματικός αλλά ουσιαστικός.

Θέλω όμως να επισημάνω ότι το κλίμα του συνεδρίου μας και χτές και σήμερα παρά τις πλέον επίσημες διαβεβαιώσεις των κορυφαίων πολιτικών μας, όλων των κομμάτων, αποπνέει μια καχυποψία. Μια καχύποπτη στάση που βρίσκει την ερμηνεία της στη διαρκή προγραμματική ανασφάλεια, στην επίμονη πολιτική χειραγώγηση μέσω ανώφελων ως προς τη νομοθετική τους αποτελεσματικότητα δημοσιονομικών παρεμβολών και στους πολλαπλούς και εντελώς απαράδεκτους ως προς τη νομική τους επάρκεια, ελεγκτικούς μηχανισμούς, με τους οποίους επιβαρύνθηκαν οι θεσμοί αποκέντρωσης τα τελευταία χρόνια.

Αγαπητοί συνάδελφοι, η τοπική δημοκρατία για να είναι ουσιαστική, ισχυρή και αποτελεσματική και για να μπορεί να συμβάλλει στη ζωή και στην οικονομία, προϋποθέτει καθαρές σχέσεις και ανεμπόδιστη λειτουργία.

Ο ΟΟΣΑ μελέτησε ακριβώς αυτό το πολυδαίδαλο σύστημα της ελληνικής γραφειοκρατίας και το υπολόγισε στο 7% του ΑΕΠ.

Επομένως το κράτος μας πρέπει να ελαφρύνει και να θωρακίσει κυρίως τη λειτουργική και εκτελεστική του αρμοδιότητα, ώστε να προσφέρει στους πολίτες, υπηρεσίες ποιότητας και μάλιστα σε πρώτο χρόνο.

Αυτή είναι η πρώτη βασική παρατήρηση.

Η δεύτερη αφορά στο σκέλος των αρμοδιοτήτων, που όχι απλώς πρέπει να ταυτιστούν απολύτως με τη συνταγματική υπόδειξη του άρθρου 102 αλλά να αποκτήσουν εκτελεστική διακριτότητα σε σχέση με ότι θα παραμείνει στο κεντρικό κράτος ή στην Περιφερειακή Αυτοδιοίκηση. Θα πρέπει απαραίτητα να ικανοποιούν την αρχή της εγγύτητας, ενώ ο αριθμός και η χωροθέτηση των Γενικών Διοικήσεων, αλλά και των παραρτημάτων αυτών, να οριστικοποιηθούν αφότου προσδιοριστεί η αποστολή τους, δεδομένης της απουσίας έστω και ψηγμάτων ή υπονοιών συνεμπλοκής με την Αυτοδιοίκηση, πολλώ δε μάλλον για σχέση υπερκείμενης και υποκείμενης εξουσίας.

ΟΙ πρώτες αρμοδιότητες που θα ξεκινάνε τον κατάλογο πρέπει να είναι ότι σχετίζεται με την ανάπτυξη, τη διαχείριση, την επικαιροποίηση και την εκμετάλλευση της δημόσιας πληροφορίας, αφού χωρίς αυτή, οι πολιτικές αναπτύσσονται μόνο ως μαντικές προβλέψεις και όχι ως προγραμματικές αποφάσεις.

Το κτηματολόγιο, βασική προϋπόθεση για τις πολιτικές γης, για την κατοχύρωση, την προστασία και αξιοποίηση, της δημόσιας, της κοινωνικής και της ιδιωτικής περιουσίας, πρέπει να περάσει αμέσως στους Δήμους. Η αστική κατάσταση των πολιτών, επίσης. Κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει το γιατί ακόμη στην Ελλάδα οι ταυτότητες εξακολουθούν να εκδίδονται από τα Αστυνομικά Τμήματα, ενώ τα σχετικά πιστοποιητικά εκδίδει ο Δήμος και η Αστυνομία ΔΕΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΕΛΕΓΧΟ.

Ασφαλιστικά θέματα, θέματα αποζημιώσεων από θεομηνίες και φυσικές καταστροφές, συνταξιοδοτικά θέματα, εξισωτικές αποζημιώσεις, διαχείριση ρεμάτων, χειμάρων και ποταμών, συστημάτων άρδευσης και αποστράγγισης κ.λ.π. πρέπει να είναι βασική μέριμνα των Δήμων. Η εκτελεστική ευθύνη για έργα μεγάλης κλίμακας πρέπει να περάσει στις ΠΕΡ. ΑΥΤ. ενώ κάθε άλλο έργο ανεξαρτήτως χρηματοδοτικού μέσου πρέπει να είναι σε βάθος χρόνου αρμοδιότητα των Δήμων, ενώ αμέσως όλοι οι Δήμοι που θα πιστοποιηθούν θα πρέπει να είναι δυνητικοί φορείς υλοποίησης όλων των λοιπών έργων.

Το σύστημα εκλογής και η ενδοδημοτική και ενδοπεριφερειακή συγκρότηση, ιδίως ως προς τον πολιτικοδιοικητικό μηχανισμό, πρέπει να είναι απλό, να αποτρέπει την ανεύθυνη διεκδικητική συμπεριφορά εκλεγμένων με περιορισμένη χωρική αναφορά, να αποκλείει την ταύτιση της εκτελεστικής με τη θεματική συνευθύνη, γιατί αυτό θα προκαλέσει σημαντικές και επαναλαμβανόμενες εμπλοκές στην αποτελεσματικότητα των νέων νομικών προσώπων,

αλλά και θα πρέπει επίσης, να κατοχυρώνει το ελάχιστο της επιθυμητής αντιπροσώπευσης στο όργανο αποφάσεων, το οποίο απαραίτητα πρέπει να έχει αναφορά στο σύνολο της χωρικής ενότητας και στις προκρινόμενες βασικές πολιτικές και όχι σε άθροισμα επί μέρους αιτημάτων.

Οι βασικές επενδύσεις θα πρέπει να έχουν προτεραιότητα τις λειτουργικές αποσβέσεις, ιδίως τούτη τη δύσκολη για την πατρίδα μας περίοδο και είναι αυτό ένα από τα ισχυρά λογικά μας επιχειρήματα, με βάση το οποίο διεκδικούμε διεύρυνση της διαθέσιμης πίτας και των εθνικών και των επενδύσεων συνοχής από το ΕΣΠΑ. Οι Αυτοδιοίκηση και των δύο επιπέδων είναι σήμερα ο μοναδικός αξιόπιστος μηχανισμός αναδιανομής του χρήματος ιδίως για τις περισσότερο δοκιμαζόμενες οικονομίες της Ελληνικής περιφέρειας και τούτο πρέπει να συνεκτιμηθεί στην εξειδίκευση των χρηματοδοτικών πακέτων του «Καλλικράτη».

Ο συνήγορος του δημότη μπορεί κάλλιστα για να υπάρχει και πρακτικό αποτέλεσμα στις εύλογες διαπιστώσεις του, να έχει ρόλο «Κοινωνικού Διαμεσολαβητή», δεν πρέπει να εκλέγεται, ούτε να ορίζεται από όργανα, γιατί έτσι θα αποκτά αποκλίνουσα, της επιθυμητής, λειτουργία. Μπορεί να είναι αποκεντρωμένη βαθμίδα του συνηγόρου του πολίτη, η οποία θα ενδυναμώσει την αξιολογική κρίση του θεσμού, που σήμερα διαμορφώνεται περισσότερο από το «κλίμα» και λιγότερο από τα πραγματικά περιστατικά.

Οι θεματικές επιτροπές του δημοτικού συμβουλίου, απαραίτητα εργαλεία διαπιστωτικής πολιτικής και σύνθεσης, να είναι προκαθορισμένες για το σύνολο των ΟΤΑ της χώρας και να αποτυπώνουν επίσης με προκαθορισμένο αριθμό, την ιδιαιτερότητα όχι μόνο των οργανωτικών και λειτουργικών δυνατοτήτων των νέων δήμων, αλλά και τις βασικές πολιτικές προτεραιότητες που αφορούν κάθε περιοχή ξεχωριστά. Προφανώς η θεματολογία τους θα μεταβάλλεται στο χρόνο, αλλά έτσι μπορεί να κατοχυρώνεται επιχειρησιακά η πολυμορφία, που παρουσιάζει η αυτοδιοίκηση παντού. Αυτό όμως πρέπει να το αντιλαμβάνεται διαχρονικά και ο νομοθέτης, που από τούδε και στο εξής επιβάλλεται να κατοχυρώνει πλαίσια νομοθεσίας και όχι ανεφάρμοστους λεπτομερειακούς κανόνες, που εντείνουν τη γραφειοκρατία, βραχυκυκλώνουν το σύστημα και αναπτύσσουν εστίες έκνομης λειτουργίας και δίκτυα πολιτικής αντιπαροχής. Ο νομοθέτης δεν πρέπει να διακατέχεται από το άγχος της πιθανής από τη νομιμότητα αποκλίνουσας δράσης, αλλά να την προλαμβάνει και να την εξαφανίζει με αμείλικτο τρόπο, όταν αυτή από πρόθεση αναπτύσσεται.

Η ευκαιρία που παρουσιάζεται γι΄αυτό είναι σήμερα μοναδική. Να εμπλουτιστούν οι λειτουργίες του νεοεισαγόμενου μηχανισμού νομικής εποπτίας με λειτουργίες «επιθεωρησιακής» υποστήριξης. Να κατοχυρωθεί η σύνθεσή του με έμπειρους λειτουργούς από τη διοίκηση και να αποκτήσει λειτουργίες ανεξάρτητες από τους πειρασμούς της πολιτικής παρενόχλησης.

Όλοι οι άλλοι έλεγχοι πρέπει να καταργηθούν και να διατηρηθεί μόνο η δικαστηριακή προσφυγή και η έκτακτη διαχειριστική, μόνο όμως ως διαπιστωτική, δυνατότητα του κράτους, συνέπεια της οποίας θα είναι προκαθορισμένες κυρώσεις ή παραπομπές σε οιονεί ή αμιγή δικαστική κρίση.

Το ανθρώπινο δυναμικό είναι το μεγάλο στοίχημα  αυτής της προσπάθειας και πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι μόνο ως αριθμοί, θέσεις ειδικότητες και προσόντα, αλλά και ως φυσικά πρόσωπα που το καθένα έχει το δικό του ατομικό και οικογενειακό προγραμματισμό, ο οποίος δεν μπορεί να αγνοείται. Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι από μόνα τους τα νομοθετήματα δεν επιβάλλουν λύσεις και ότι χρειάζονται συνοδευτικά μέτρα πολιτικής και σύγχρονες μέθοδοι διοίκησης.

 Υπάρχει χρόνος για ρυθμίσεις με επόμενο του Απριλίου νομοθέτημα, αλλά αυτές οι πολιτικές θα πρέπει να δομούν φυσική υπαλληλική ιεραρχία, που θα λειτουργεί με στόχους και θα αξιολογείται από δείκτες ποιοτικής και ποσοτικής μέτρησης. Γι΄αυτό απαιτείται κατοχύρωση του διευθυντικού δικαιώματος, ανατροπή του σημερινού καθεστώτος των Υπηρεσιακών Συμβουλίων, κίνητρα προσέλκυσης νέου αίματος επιστημονικών ειδικοτήτων στους ΟΤΑ και κίνητρα δημόσιας καριέρας.

Προσωπικά πιστεύω ότι είναι πλέον ώριμες οι συνθήκες να καθιερώσουμε και στο ελληνικό δημόσιο νέες αλλά μόνιμες οργανικές θέσεις και μορφές εργασίας, που θα κατοχυρώνουν στην πράξη τη μέγιστη ωφέλεια με ποιότητα και με το μικρότερο δυνατό κόστος για το δημότη-χρήστη.

Αγαπητοί συνάδελφοι, πιστεύω, ότι η μηδέποτε εκκινηθείσα περίφημη «διοικητική μεταρρύθμιση» κατά την προηγούμενη κυβερνητική περίοδο – παρά τη σαφή έλλειψη αυθεντικότητας, ίσως όχι τόσο ως προς τις προθέσεις αλλά κυρίως ως προς τις αντικειμενικές δυνατότητες υλοποίησής της, διαμόρφωσε υπόστρωμα αποδοχής και δεσμεύει πλέον τη σημερινή αντιπολίτευση όχι απλά στην επί της αρχής διατυπωθείσα θετική στάση, αλλά και σε δημιουργική συμβολή, δικαιολογώντας όμως απόλυτα και κατανοώντας το άγχος της επί μέρους διαφωνίας, αφού πρόκειται για τον άλλο πόλο εξουσίας.  Άλλωστε όλα τα υποστατά εθνικά κόμματα, ευρωπαϊκού προσανατολισμού, (τέσσερα με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση και ένα χωρίς), πλην «Λακεδαιμονίων», παρά τις επιμέρους προσεγγίσεις και την, από ελληνική πολιτική παράδοση, κομματική διαφοροποίηση, προγραμματικά διαπιστώνουν, ότι πρέπει να αποκεντρωθεί η εξουσία, να ισχυροποιηθούν οι τοπικές αρχές, να γίνει η οικονομική μας δημοκρατία διαρθρωτικά ανταγωνιστική, σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, να υπάρξει απόλυτος σεβασμός στο περιβάλλον, να αξιοποιηθεί όλο το ενδογενές δυναμικό της χώρας μας, ιδίως της περιφερειακής, να απολαύσει ο πολίτης-δημότης υπηρεσίες ποιότητας και μάλιστα σε πρώτο χρόνο, σύμφωνα με τις αρχές της εγγύτητας και της επικουρικότητας και επί τέλους να ισχύσουν και στην Ελλάδα μας κανόνες ίσων ευκαιριών, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για όλους ανεξαιρέτως.

Επί τέλους πρέπει να καταλάβουν όλοι αυτοί που τρομοκρατούνται όταν βήχει η Αμερική ή όταν φταρνίζεται η Κίνα, ότι υπάρχει και άλλο μοντέλο πολιτικής και οικονομικής ανάπτυξης και ότι αυτό είναι ΑΠΟΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ, ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ και ΙΣΧΥΡΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ.

Εμείς οι αυτοδιοικητικοί, όλοι κατά βάση μυημένοι  και εκπαιδευμένοι υπηρέτες της αποκεντρωτικής δημοκρατίας, όχι μόνο από θεσμική άποψη αλλά και από ισχυρή, με λογικά επιχειρήματα θέση, πρέπει να  διευκολύνουμε και τις άλλες κοινωνικές οργανώσεις να συμμετάσχουν σε ένα διάλογο ουσίας για το τελικό παράγωγο του νέου διοικητικού μας μοντέλου, ενώ πρέπει επίσης να αποτελέσουμε και τους αδιαμφισβήτητους εγγυητές της εφαρμογής του.

Μόνο έτσι ο πολυετής ακήρυκτος πόλεμος μεταξύ της παραδοσιακής κεντρικής γραφειοκρατίας και της αποκέντρωσης με αυτοδιοίκηση και ισοδύναμη ανάπτυξη, μπορεί να οδηγηθεί στο τέλος του και να  ανοίξει μια νέα εποχή.

Η καθολική εκλογή της Περιφερειακής αυτοδιοίκησης, το κρίσιμο μέγεθος του βιώσιμου και λειτουργικά αποτελεσματικού νέου δήμου, η νέα μεταναστευτική αντίληψη, ταυτόχρονα και με την αλλαγή του συστήματος ΚΑΙ της χωρικής εκλογικής προέλευσης των κοινοβουλευτικών, δεν μεταβάλλουν απλώς ολόκληρο το πολιτικό μας περιβάλλον αλλά και τις έως σήμερα γνωστές πολιτικές μας συμπεριφορές.

Τέρμα λοιπόν στους Ηρακλειδείς των κομμάτων και των κοινωνικών εταίρων, που μανιωδώς καλλιεργούν κλίμα τυφλής σύγκρουσης, γιατί μόνο έτσι οι ίδιοι αποκτούν ρόλο. Στη νέα εποχή της συνθετικής και δημιουργικής πολιτικής δράσης, απαιτούνται ρόλοι με ικανότητες για τους Δεξιούς και δεξιότητες για τους Αριστερούς. Αν αυτή η νέα περίοδος συνοδευτεί με την αναβάθμιση του ρόλου του βουλευτή, με τη θεσμική και την πολιτική του χειραφέτηση, τότε θα μπορέσουμε και στην πατρίδα μας να περάσουμε από τη δημοκοπική ή τη δημαγωγική δημοκρατία, στην πραγματική αρχέγονη μορφή της, όπου το κεντρικό ή/και το τοπικό δημόσιο αξίωμα δεν ιεραρχείται, θεωρείται σε κάθε θέση ευθύνης σημαντικό και δεν είναι αυτοσκοπός. Όπου η πολιτική άμιλλα δεν αποσκοπεί στην  κοινωνική αναβάθμιση ή στην προσωπική δικαίωση των επιτηδείων, αλλά λογίζεται –και μάλιστα από το σύνολο του εκλογικού σώματος- ως η αυθεντική ευκαιρία διακονικής προσφοράς, με στόχο την επόμενη μέρα, που στην «καρέκλα μας» θα κάθεται κάποιος άλλος, εξίσου ή/και περισσότερο ικανός από όσο η επιεικής για τον εαυτό μας κρίση, αξιολογεί, εκτιμάει και ομολογεί.

Αυτό το συνέδριο στο δίλλημα, «ή τώρα ή ποτέ», απαντάει με τις θέσεις του, «εδώ και τώρα».

ΑΘΗΝΑ 19 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2010